Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Παραμύθι

Εκείνο το απόγευμα εκείνος και εκείνη καθόντουσαν αντικριστά στο μικρό παγκάκι. Εκείνη κοιτούσε την θάλασσα κι εκείνος της έλεγε πόσο παιδί είναι όταν γελάει. Τον κοίταξε με περιέργεια Διάβασε τόσα στα μάτια του που τελικά τα ομολόγησε με λέξεις...
Και εκεί στο μικρό παγκάκι έγιναν οι λέξεις όρκοι και οι σιωπές φιλιά, όρκοι που λέμε σε εραστές, τα ίδια λόγια τα ίδια βλέμματα. Μα το κορίτσι χαμογελούσε. Έμοιαζαν τα λόγια πρωτόγνωρα κι ας τα είχε ακούσει κι ας τα είχε πει - κι ας ήξερε ότι και εκείνος τα είπε και σε άλλα κορίτσια.
Πήρε το χαζό όρκο και έφτιαξε μια κορδέλα, τον έδεσε στην καρδιά της με όλα αυτά τα λόγια να μην τα ξεχάσει λεπτό...
Οι μήνες πέρασαν, ο καιρός κρύωσε, το παγκάκι βράχηκε απ τις σταγόνες της βροχής, εκείνος έφυγε ξαφνικά χωρίς να αφήσει ψίχουλα για να βρει το κορίτσι τον δρόμο...
Η κόκκινη κορδέλα έγινε Κόμπος στην καρδιά της. Τις νύχτες δεν την άφηνε να αναπνεύσει, τις μέρες της έκλεβε οξυγόνο...
Μα είναι κάτι νύχτες σαν την χτεσινή που μπήγει τα δάκτυλά της τόσο βαθιά που ξέρει οτι θα φτάσει να λύσει την αναθεματισμένη κορδέλα...
Τι κρίμα μόλις πάει να την πιάσει παγώνει... και μένει άλλο ένα απόγευμα να κοιτάζει την θάλασσα περιμένοντας ότι κάτι θα αλλάξει...


Δεν υπάρχουν σχόλια: